Η υπαρξιακή απειλή κατά του ιερατείου έγινε ο λόφος που ξανασταυρώθηκε ο Χριστός.
Και ας σπεύσουν να σκίσουν τα ιμάτιά τους όσοι είδαν Μωυσή και Τσώρτσιλ και τσιτάχ στο πρόσωπο ενός τενεκέ ξεγάνωτου.
Και ας διαφωνήσει ο πρωταγωνιστής του άρθρου μου, που έχει δηλώσει ότι δεν θρησκεύεται, με την επίκληση του Βιβλικού παραδείγματος στη σχηματική διατύπωση του ισχυρισμού μου.
Λένε λοιπόν οι Γραφές, πως ο Χριστός γεννήθηκε Ιουδαίος. Μεγάλωσε μέσα στην Ιουδαϊκή παράδοση και από μικρός κήρυττε στη Συναγωγή.
Αλλά κι ο Τσίπρας γεννήθηκε Αριστερός . Μεγάλωσε με τους μύθους των αγώνων του λαού μας και γαλουχήθηκε στην κομουνιστική κοσμοθέαση της ΚΝΕ.
Όταν ξεκίνησε τη δράση του ο Χριστός, για το ιερατείο ήταν ασήμαντος, αλλά σιγά σιγά ο κόσμος, αηδιασμένος από τη σήψη, τη διαφθορά και την σκλαβιά που του είχαν επιβάλει ντόπιοι και ξένοι δυνάστες, άρχισε να τον ακολουθεί. Ακολούθησε την ελπίδα. Οι γραμματείς κι οι φαρισαίοι τότε θορυβήθηκαν κι άρχισαν να τον καλούν στα σπίτια τους και τις συναγωγές, να δουν οι ίδιοι περί τίνος πρόκειται και αν μπορούν να τον ελέγξουν.
Τα ίδια και στη δική μας ιστορία. Όταν στη δημοκρατική παράταξη άρχισε να φωτίζει το άστρο του Τσίπρα, το σύστημα ήταν απασχολημένο με το να χωνέψει από το μεγάλο φαγοπότι και να βρει ποιος θα πληρώσει τα σπασμένα και δεν τον αξιολόγησε ως απειλή. Σύντομα όμως η ανικανότητα και η πλεονεξία τους έριξαν τη χώρα στα βράχια και τότε συνειδητοποίησαν με τρόμο ότι ο λόγος του βρίσκει αντίκρισμα. Τότε όπως λέει και ο ποιητής, "οι άρχοντες φοβήθηκαν μην πάθουνε ζημιά", και άρχισαν να εξυφαίνουν σχέδια αντιμετώπισής του. Τότε ήταν που μάθαμε για τις γάτες Ιμαλαΐων. Τότε ήταν που ξεκίνησε η συστηματική επιχείρηση της ταπείνωσής του.
Καταλαβαίνετε πως θα πάει το πράγμα από εδώ και κάτω. Οπότε επιτρέψτε μου να εκμεταλλευτώ τη νοημοσύνη σας και να πω και τις δύο ιστορίες μαζί, τη μία πάνω στην άλλη, όπως όταν ήμασταν παιδιά και βάζαμε τα δυό φύλλα χαρτί το ένα πάνω στο άλλο για να τα ξεπατικώσουμε. Και όπου χρειάζεται διευκρίνιση για ονόματα ή καταστάσεις θα την παραθέτω.
Ο ήρωάς μας λοιπόν, δεν είχε καμία πρόθεση να συνετιστεί. Συνέχισε να λέει αυτά που πίστευε και να πιστεύει αυτά που λέει. Και ο κόσμος συνέχισε να έρχεται κοντά του και να γίνεται ορμητικό ποτάμι έτοιμο να ξηλώσει το κατεστημένο. Πολλοί λέγανε ότι κάνει θαύματα, εκείνος όμως πάντα εξηγούσε ότι η πίστη είναι η δύναμη που σώζει. Η δέσμευση του καθενός στον αγώνα για ένα καλύτερο αύριο. Μιλούσε για την αλλαγή, για την επανάσταση και όσοι τον άκουγαν έδιναν τη σημασία που ήθελε ο καθένας σε αυτό.
Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, η στιγμή που η Ανάγκη γίνεται Ιστορία κι ο ήρωάς μας μπήκε πανηγυρικά στα Ιεροσόλυμα, έγινε κυβέρνηση. Η χαρά του κόσμου γι΄αυτήν την πρωτόφαντη συγκυρία ξεχείλιζε. Την ίδια ώρα όμως οι άρχοντες συνεδριάζαν πίσω από κλειστές πόρτες να βρουν τρόπους να το μετατρέψουν όλο αυτό μια σύντομη παρένθεση. Ζήτησαν και πάλι την υποταγή του, αλλά εκείνος δεν τους αναγνώρισε καμιά εξουσία.
Οι υποστηρικτές του τώρα ζήταγαν να γκρεμίσει το σύστημα. Ήρθε η ώρα να εκληρωθούν οι πόθοι δεκαετιών και αιώνων. Να μπει ένα τέρμα στην αδικία. Να ανατραπούν όλα. Κι ας μην μείνει όρθιο τίποτα.
Όμως ο ήρωάς μας δεν είχε έρθει για να οδηγήσει τον κόσμο στην καταστροφή. Δεν είχε έρθει για να γκρεμίσει τον κόσμο. Είχε έρθει για να χτίσει μια διαφορετική κοινωνία. Εκεί που η φροντίδα για τον συνάνθρωπο είναι το πρώτο μέλημα.
Κι οι πιο φανατικοί, οι ζηλωτές θύμωσαν κι έφυγαν. Τον είπαν απατεώνα, δειλό και έναν ακόμα ψευτοπροφήτη από αυτούς που το σύστημα συχνά γεννάει. Πολλοί όμως κατάλαβαν και έμειναν.
Ακόμα κι έτσι όμως, ο ήρωάς μας παρέμενε επικίνδυνος για εκείνους που είχαν πολλά να χάσουν. Παρέμενε η φωνή που λέει ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος. Ο δρόμος της αρετής και της δικαιοσύνης.
Κι αυτός ο δρόμος τον οδήγησε στην πράξη που το ιερατείο, οι αργυραμοιβοί και οι παρατρεχάμενοί τους δεν του συγχώρεσαν ποτέ. Πήγε στο Ναό και έδιωξε τους εμπόρους. Αναποδογύρισε τους πάγκους τους. Ζήτησε από τους νταβατζήδες της συνείδησης του κόσμου να μπουν σε κανόνες. Να πάψουν να κερδοσκοπούν χειραγωγώντας τις μάζες. Οι αγύρτες δε θα το ανέχονταν ποτέ αυτό. Δε θα καταδέχονταν ποτέ να πάρουν Άδεια για να πουλούν την πραμάτεια τους. Πόσο μάλλον από ένα γιό μαραγκού. Από έναν Κανέναν. Τότε ήταν που υπογράφηκε το συμβόλαιο θανάτου του. Τότε αποφασίστηκε η ηθική και πολιτική του δολοφονία με κάθε κόστος.
Ο τρόπος γνωστός. Το ψέμα. Η διαβολή. Η προπαγάνδα. Η εξαγορά συνειδήσεων και ο εξαναγκασμός. Η επίκληση του εθνικισμού. "Δεν είναι ηγέτης. Είναι δειλός. Είναι προδότης". Μέχρι ο κόσμος να διαλέξει το ληστή.
Ακόμα και τότε όμως ο ήρωάς μας στάθηκε ακέραιος. Μια δήλωση μετανοίας του ζήταγαν. Να αποκηρύξει τα πιστεύω του και θα τον άφηναν να ζήσει. Αλλά δέχτηκε τα χτυπήματα με το κεφάλι ψηλά. Παρέμεινε ασυμβίβαστος. Συνέχισε να είναι υπόλογος μόνο στη συνείδηση και εκείνους που τον πίστευαν.
Και ακόμα και όταν οι λίγοι υποστηρικτές λιγοψύχησαν και κάποιοι κάτσανε στην άκρη, ακόμα όταν και κάποιοι τον αρνήθηκαν τρις προκειμένου να σώσουν το τομάρι τους, εκείνος συνέχισε. Σήκωσε το Σταυρό και ανέβηκε το Γολγοθά.
Και όταν ακόμα και την ύστατη ώρα άκουσε να τον λοιδορούν, να τον απαξιώνουν και να τον ειρωνεύονται, δε λύγισε. Έφερε την αποστολή εις πέρας αδιαμαρτύρητα, κι ας ήξερε την κατάληξη. Έδωσε μέχρι και την τελευταία του πνοή τον αγώνα του. Έδειξε το δρόμο για να βαδίσουν οι επόμενοι...
Αυτή η ιστορία, για όσους δεν πιστεύουν στο μεταφυσικό τελειώνει εδώ. Η Ιστορία όμως δεν τελειώνει ποτέ. Οι ανάγκες των κοινωνιών είναι σαν τα υπόγεια νερά που ψάχνουν μια ρωγμή στην πέτρα για να ξεχυθούν σαν ορμητικά ρυάκια στην επιφάνεια.
Ο Χριστιανισμός γεννήθηκε μετά το Χριστό. Πάνω στα λόγια του και το παράδειγμά του, αλλά με ευθύνη και πρωτοβουλία των Μαθητών και των Αποστόλων του. Η πορεία που πήρε και το τι εφτασε να σημαίνει στη συνέχεια ήταν αποτέλεσμα των πράξεων και των επιλογών των κατοπινών μελών της Εκκλησίας.
Ο Τσίπρας θεμελίωσε το δικό του παράδειγμα. Θα παραμένει φάρος για όποιον θέλει να τον ακολουθήσει. Αν αυτό θα εξελιχθεί σε κάτι καθοριστικό για την πορεία της προοδευτικής παράταξης ή θα σβήσει σιγά σιγά ως μια ωραία ιστορία με θλιβερό τέλος από τη συλλογική μνήμη, μένει να κριθεί από τις προθέσεις και τις πράξεις των διαδόχων του.
